Κυριακή 16 Ιουνίου 2019



ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΜΟΙΡΕΣ

Μια φορά κι έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό, σε ένα κεφαλοχώρι, ζούσε ένας άρχοντας με τους υποτακτικούς του.Αυτος λοιπόν ο άρχοντας αγαπούσε πολύ το κυνήγι. Με τους ανθρώπους του έβγαινε τακτικά για κυνήγι,στις γύρω περιοχές.
 
 Κάποια μέρα κυνηγώντας, απομακρύνθηκαν πολύ από το χωριό, και όταν άρχισε μια καταιγίδα, έψαξαν να βρουν κάπου να μείνουν, μέχρι να ξημερώσει, και να γυρίσουν πίσω. Βρήκαν μια πέτρινη καλύβα, όπου ζούσε ένας βοσκός με την γυναίκα του.
 Ο βοσκός του υποδέχτηκε, και τους έβαλε κοντά στην φωτιά να ζεσταθούν. Τους περιποιήθηκε ο ίδιος, επειδή η γυναίκα του μόλις είχε γεννήσει, ένα όμορφο αγοράκι. Ο άρχοντας δεν είχε ύπνο γιατί το στρώμα ήταν σκληρό, και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Κάποια στιγμή βλέπει, τρεις γυναίκες ντυμένες στα άσπρα, να στέκονται δίπλα στην κούνια του μωρού. Ο άρχοντας φοβήθηκε, και δεν έπαιρνε ούτε ανάσα.
 
 Άκουσε την μια μοίρα να λέει.
« όταν μεγαλώσει θα παντρευτεί την κόρη, του άρχοντα που είναι εδώ, που μόλις τώρα γεννήθηκε» 
Σαν το άκουσε ο άρχοντας, ταράχτηκε πολύ με την ιδέα η κόρη του, να παντρευτεί κάποτε το φτωχό παιδί. Ξύπνησε τους ανθρώπους του, άρπαξε το μωρό και έφυγαν μέσα στην νύχτα.
 Έφτασαν σε ένα ξέφωτο, και παράτησαν το μωρό, για να πεθάνει. Αφού απομακρύνθηκαν, πέρασε ένα ζευγάρι από εκεί, άκουσαν το κλάμα του μωρού, το λυπήθηκαν και το πήραν στο σπίτι τους, και το μεγάλωσαν με πολύ αγαπη.
 Όταν το αγόρι έγινε 15 χρόνων, πέρασε από τον τόπο τους ο άρχοντας, πηγαίνοντας για κυνήγι. Έπιασε κουβέντα με το αγόρι, και άκουσε την ιστορία, που του διηγήθηκε το παιδί. Ο άρχοντας κατάλαβε ότι ήταν το παιδί, που άφησε στο δάσος.
 Ρώτησε το αγόρι αν ξέρει γράμματα, και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν ξέρει,έγραψε ένα σημείωμα για την γυναίκα του. Είπε στο αγόρι ότι είναι μια παραγγελία, και του το έδωσε να το πάει στην αρχόντισσα. Το σημείωμα έγραφε.
« μην αφήσεις να ζήσει το παιδί, που σου φέρνει το γράμμα!»
Πηγαίνοντας το αγόρι στο χωριό, αντάμωσε έναν ξένο, ο οποίος τον ρώτησε που πηγαίνει. Το αγόρι του έδωσε να διαβάσει το γράμμα. Σαν είδε ο ξένος τι έγραφε, γράφει λοιπόν αυτός.
« το αγόρι αυτό θα το στεφανώσεις, αμέσως με την κόρη μας»
 Έτσι και έγινε. Όταν ο άρχοντας γύρισε πίσω, αγρίεψε πολύ,και έψαχνε τρόπο για να εκδικηθεί. Έγραψε ένα σημείωμα που έλεγε.
« το παιδί που θα σας φέρει, αυτό το γράμμα αμέσως να θανατωθεί»
Το έδωσε στην γυναίκα του, και την είπε να το δώσει στο αγόρι, για να το πάει στο βουνό στους βοσκούς. Η αρχόντισσα πήρε το γράμμα, και πήγε να το δώσει στον γαμπρό της. Όταν είδε πόσο ήρεμα κοιμόταν με την κόρη της, λυπήθηκε να τον ξυπνήσει, και έδωσε το γράμμα στον γιό της να το πάει στο βουνό.
 Οι βοσκοί διάβασαν το γράμμα, και έκαναν ότι τους διέταξε ο άρχοντας. Σκότωσαν το αρχοντόπουλο αντί για το αγόρι.
 Σαν ξύπνησε ο άρχοντας και έμαθε, πως πήγε ο γιος του στο βουνό, ανέβηκε στο άλογο και σαν αστραπή, έτρεξε στο βουνό. Όμως το κακό είχε γίνει. Μην αντέχοντας τόσο πόνο, ο άρχοντας τρελάθηκε και χάθηκε για πάντα. Το αγόρι έζησε με την αρχοντοπουλα, ευτυχισμένα για πολλά χρόνια.












Κυριακή 2 Ιουνίου 2019

Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΑΓΡΙΟΓΟΥΡΟΥΝΟ

Ένα αγριογούρουνο κάποτε στέκονταν, κοντά στον κορμό  ενός δέντρου, και ακόνιζε τα δόντια του.Μια αλεπού έτυχε να περνάει από εκεί, το ρώτησε γιατί ακονίζει τα δόντια του, αφού δεν φαινόταν κάποιος κυνηγός εκεί κοντά.
 « το κανω γιατί έχω τον λόγο μου! είπε το αγριογούρουνο. Αν κινδύνεψω θα είμαι έτοιμος, και δεν θα χάνω την ώρα μου, στο ακόνισμα εκείνη την στιγμή»
ΠΡΕΠΕΙ πάντοτε να είμαστε έτοιμοι,για κάθε ενδεχόμενο,κινδύνου.





Τετάρτη 24 Απριλίου 2019


ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΓΑΙΔΟΥΡΙ ΕΧΕΙ ΜΕΓΑΛΑ ΑΥΤΙΑ

 Παραμυθι από την Αλβανία


Μια φορά και έναν καιρο ήταν ένας γάιδαρος που κοιμόταν συνέχεια, δεν έκανε καμμία δουλειά ήταν τεμπέλης.
Κάποια μέρα έβρεξε παρά πολύ και ο τόπος πλημμύρισε, το νερό του ποταμού σκέπασε τα χωράφια και το δάσος.
 
 Τα ζωάκια όλα ξύπνησαν και έτρεξαν για να κάνουν ένα φράγμα για να σταματήσουν τα νερά του ποταμού.Δουλεψαν πολύ, κουράστηκαν όμως κατάφεραν να σταματήσουν την πλημμύρα.

 Όταν γύρισαν είδαν τον γάιδαρο να ροχαλίζει, τον ξύπνησαν και του είπαν.
«εσυ δεν ήρθες μαζί μας να βοηθήσεις για το φράγμα στο ποτάμι!»
« ουφ! λέει το γαϊδουράκι θέλω να κοιμηθώ!»
 Τα ζωάκια τότε τον τράβηξαν τα αυτιά και αυτά έγινα δυο δάχτυλα μεγαλύτερα.
Άλλη μια φορά το δάσος έπιασε φωτιά και όλα τα ζωάκια έτρεξαν γρήγορα για να σβήσουν την φωτιά.
 Το γαϊδουράκι πάλι δεν πήγε. Όταν γύρισαν πίσω τα ζωάκια τον ρώτησαν γιατί δεν πήγε μαζί τους.
Ουφ! εγώ βαριέμαι» είπε.
Τα ζωάκια τον τράβηξαν πάλι τα αυτιά και μεγάλωσαν πάλι αλλά δυο δάχτυλα.

 Αυτό έγινε πολλές φορές.Δεν βοηθούσε το γαϊδουράκι, τα ζωάκια του τραβούσαν τα αυτιά μέχρι που έγιναν δυο παλάμες.
 Το γαϊδουράκι έτσι έβαλε μυαλό και έκαμψε όλες τις δουλειές. Τα αυτιά του όμως έμειναν μεγάλα για πάντα!






Δευτέρα 8 Απριλίου 2019




ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ

          Μια φορά κι έναν καιρο σε ένα τόπο μακρινό μέσα στο δάσος ζούσε ένας ξυλοκόπος με την    γυναίκα του σε ένα σπιτάκι όμορφο από κορμούς δέντρων. Όλοι μέρα δούλευε και τα χρήματα τους έφταναν για να ζούμε καλά. Η ζωή τους ήταν καλή αλλά η γυναικα σχεδόν πάντοτε διαφωνούσε μαζί του. Έκαναν καυγάδες και η γυναίκα είχε πάντα τον τελευταίο λόγο.
 
Ένα πρωί ξεκίνησε όπως κάθε μέρα να πάει στην δουλειά του. Είχε σκεφτεί να κόψει μια πολύ μεγάλη βελανίδια και λογάριαζε ότι θα του δώσει πολύ ξυλεία. Πήρε λοιπόν το τσεκούρι του και ξεκίνησε.
  

           Όταν έφτασε στην βελανίδια άφησε κάτω το δισκάκι του που είχε λίγο ψωμί και νερό, και ξεκίνησε. Σήκωσε το τσεκούρι του με δύναμη και γκαπ στον κορμό.
Μα δεν κόπηκε καθόλου ο κορμός με την πρώτη τσεκούρια. Ετοιμάστηκε να ξανασηκώσει το τσεκούρι του, όταν ακούστηκε μια φωνούλα. Εμφανίστηκε μια μικρή πανέμορφη νεραιδουλα.
 «
«          Καλέ μου άνθρωπε μην κόψεις το δέντρο,  αυτό είναι το σπιτάκι μου σε παρακαλώ μην το κόψεις και εγώ θα σε ανταμείψω. Ο ξυλοκόπος τα έχασε και το τσεκούρι του έφυγε από τα χέρια. Την λυπήθηκε και την είπε.
«Μην φοβάσαι δεν πρόκειται να κόψω το δέντρο σου»
Πήρε το τσεκούρι του και το δισκάκι του και γύρισε να φύγει. 
«Σε ευχαριστώ καλέ μου άνθρωπε γιά το καλό που μου έκανες,εγώ λοιπόν θα σε επιβραβευσω για την καλοσύνη σου, θα κανείς τρεις ευχές που θα πραγματοποιηθούν,μέχρι το βραδυ έχεις χρόνο.
  Ο ξυλοκόπος γύρισε σπίτι του πεινασμένος και φώναξε την γυναίκα του πριν να μπει στο σπίτι.
«Γυναίκα πεινάω πολύ βάλε μου να φάω»
«Μωρέ τι μας λες; δεν φτάνει που ήρθες νωρίς και άρχισες τις διαταγές, θα περιμένεις μια ώρα να ετοιμάσω.»
« τι λες βρε ανοικοκύρευτη, εγώ πειναω και θέλω τώρα να φάω και μάλιστα θέλω μια χύτρα με  πουτίγκα από ρύζι 

 
Δεν πρόλαβε να τελειώσει την κουβέντα του και μια τεράστια χύτρα με αχνιστη πουτίγκα εμφανίστηκε μπροστά του. Η γυναίκα του τα έχασε και αυτός θυμήθηκε την νεραιδουλα της βελανιδιάς. Έτσι διηγήθηκε στην γυναίκα του τι ακριβώς έγινε. Η γυναίκα του θύμωσε πολύ.
«είσαι βλάκας και ηλίθιος, άκου να θέλει μια χύτρα πουτίγκα, που να σε κολλήσει η χύτρα στην μύτη και να μην βγαίνει»
«να κολλήσει και να μην βγαίνει η χύτρα από την μύτη;» φώναξε νευριασμένος ο ξυλοκόπος και ευθείς η χύτρα κόλλησε στην μύτη του.Τραβουσαν ξανά τραβούσαν αλλά η χύτρα δεν ξεκολουσε με τίποτα. 
« τι θα κάνουμε τώρα άντρα μου! ούτε να δουλέψεις δεν θα μπορείς και θα πεθάνουμε της πείνας»
 
 Πέρασε λίγη ώρα και ο ξυλοκόπος είπε απελπισμένος.
« η χύτρα να ξεκολλήσει....» και αμέσως πριν πει κάτι άλλο η χύτρα έπεσε στο τραπέζι.Αγκαλιαστηκαν χαρούμενοι κλαίγοντας.
« τι ήθελα και δεν κρατούσα το στόμα μου κλειστό; είπε η γυναίκα 
« δεν σκέφτηκα τι ευχές να κανω, τώρα τελείωσαν όλα»
« δεν πειράζει άντρα μου δεν θα ξανά μαλώσουμε ποτέ!»
« έχεις δίκαιο γυναίκα καλά που μας έμεινε η πουτίγκα» είπε έφαγαν και κοιμήθηκαν χαρούμενοι. 
Το πρωί που ξύπνησαν λέει η γυναίκα.
 « πήγαινε πάλι άντρα μου στην βελανίδια και με τρόπο μήπως καταφέρεις να σου δώσει η νεράιδα άλλες τρεις ευχές»
« δεν θα μου πεις εσυ τι να κανω!» είπε νευριασμένος και βγήκε.

Έφτασε εκεί που ήταν η βελανιδιά αλλά δεν είδε τίποτα, ούτε νεράιδα ούτε βελανιδιά, μόνον πουλάκια κελαιδουσαν και τραγουδούσαν ένα ποιηματάκι.
« προσοχή θέλει η ζωή
η ευκαιρία είναι μια
άρπαξε την στην στιγμή
διώξε την κακομοιριά
σαν δεν θέλει όμως να αλλάξεις
και την ευκαιρία χάσει
κάποτε η χύτρα αδειάζει 
και η μιζέρια σε στενάζει»

Τρίτη 12 Μαρτίου 2019

  ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΡΦΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΜΟΙΡΕΣ

 Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ήταν τρία αδέρφια ο ένας ήταν κουτσός ο άλλος δεν έβλεπε καλά και ο τρίτος ήταν κασιδιαρης.Ενα βραδυ όταν κοιμούνταν παρουσιάστηκαν οι μοίρες και σε αυτόν που δεν έβλεπε καλά έδωσε ένα σακουλάκι σε αυτόν που κούτσαινε μια φλογέρα και   στον κασιδιαρη ένα σκούφο.
       

  Το πρωί μόλις τα είδαν κατάλαβαν ότι ήρθαν οι μοίρες.Ο στραβός αναποδογύρισε το σακούλι και    έπεσαν λίρες που είχε μέσα και αμέσως γέμισε πάλι. Φωνάζει τα αδέρφια του, βάζει ο κασιδιαρης το σκούφο και χάνεται, τον φωνάζουν αλλά τίποτα έγινε πουλάκι και χάθηκε. Φοράει πάλι το σκούφο  του και γίνεται άνθρωπος.
   
  Παίζει ο κουτσός την φλογέρα και μαζεύτηκαν οι διάβολοι. Μόλις τους είδε κατατρόμαξε. Οι διάβολοι τον είπαν όταν τους χρειαστεί να παίξει την φλογέρα και αυτοί θα έρθουν.
   
    Κατάλαβαν ότι θα κάνουν την τύχη τους με αυτά που τους έδωσαν οι μοίρες, ο στραβός αδειάζοντας και γεμίζοντας ξανά το σακούλι γέμισε με λίρες ένα πηγάδι.
    

  Έκαναν ένα ωραίο και μεγάλο σπίτι πήγαν σε γιατρούς και έγιναν καλά και ζούσαν ευτυχισμένοι. Κάποια μέρα έβαλε ο κασιδιαρης το σκούφο του έγινε πουλί και πέταξε στο παράθυρο που στέκονταν η βασιλοπούλα. Μόλις είδε το όμορφο πουλάκι θέλησε να το πιάσει αλλά αυτό έφευγε . Προσπαθώντας όμως κάποια στιγμή τα κατάφερε. Το έπιασε λοιπόν και το έβαλε σε ένα κλουβί. Το  βραδυ γινόταν άνθρωπος. Η βασιλοπούλα άρπαξε τον μαγικό σκούφο και τον έδιωξε από το παλάτι.
    
  Πήγε στα αδέρφια του στεναχωρημένος και τους τα είπε όλα.
«Μην στεναχωριέσαι θα την εκδικηθούμε την βασιλοπούλα» τον είπαν. Κάποια μέρα ο βασιλιάς έβγαλε μια διαταγή ότι οποίος γεμίσει με λίρες την βασιλοπούλα θα την παντρευτεί. Πήγε ο στραβός την γέμισε με λίρες μέχρι τον λαιμό θέλησε και μια σκάλα να ρίχνει από πιο ψηλά.
 
« Έχασες το στοίχημα» του είπαν και του αρπάζει η βασιλοπούλα το σκούφο από τα χέρια του, και τον πετάνε έξω από το παλάτι. Πήγε στο σπίτι στεναχωρημένος, τα αδέρφια του τον παρηγόρησαν.
« Έχουμε και την φλογέρα να δεις τι θα τους κάνουμε» Πηγαίνει ο κουτσός τότε στο παλάτι και λέει.
« Εάν δεν με δώσετε το σκουφί και το σακούλι θα φωνάξω τους διαβόλους»
« Θα στο δώσουμε» του είπαν.Τον ρώτησαν πως φωνάζει τους διαβόλους και αυτός είπε.
« Με την φλογέρα» και έτσι πως στέκονταν η βασιλοπούλα την άρπαξε από τα χέρια του και άρχισε  να παίζει.
  

Ήρθαν οι διάβολοι και  ρώτησαν τι θέλει η βασιλοπούλα γιατί άκουγαν πάντα όποιον είχε την φλογέρα, και τους λέει η βασιλοπούλα.
« Να πάρετε αυτόν και να τον πετάξετε έξω» τον περνούν και τον πετάνε σε ένα πηγάδι. Αυτό όμως ήταν άδειο και βγήκε. Γυρίζει από εδώ γυρίζει από εκεί αλλά δεν βρίσκει τον δρόμο για το σπίτι. Ήταν νηστικός πολλές μέρες και ούτε μπορούσε καλά καλά να περπατήσει. Βλέπει κάτι συκιές  η μια είχε άσπρα σύκα και η άλλη μαύρα,κόβει και τρώει άσπρα σύκα και όσα έτρωγε τόσα κερατά έβγαζε.
 Τρώει μαύρα σύκα και όσα έτρωγε τόσα κερατά έπεφταν.
« Με αυτά  θα εκδικηθώ την βασιλοπούλα» σκέφτηκε, και πέρνει λίγα άσπρα και λίγα μαύρα.Με τα πολλά βρήκε το δρόμο για το σπίτι και διηγήθηκε στα αδέρφια του όλα όσα πέρασε. Τους είπε τι σκέφτεται να κάνει και τα αδέρφια του δέχτηκαν. Μια και δυο πάει έξω από το παλάτι και φωνάζει.
«Σύκα καλά σύκα!» Κατέβηκε ο υπηρέτης και πήρε σύκα. Μετα το φαγητό έφαγαν και σύκα. Ο βασιλιάς κοιτάζει την βασιλοπούλα και την λέει.
« κόρη μου στο κεφάλι σου έβγαλες κέρατο»
« Και εσυ έχεις» τον λέει η βασίλισσα και η βασιλοπούλα με μια φωνή.
Ήρθαν οι γιατροί άρχισαν να κόβουν τα κερατά αλλά αυτά μεγάλωναν ξανά. Φωνάζει τότε ο κουτσός έξω από το παλάτι.
« Εδώ ο καλός γιατρός»
« Ας ανεβεί» είπε ο βασιλιάς. Πέρνει τον βασιλιά στην κάμαρα και του δίνει ένα μαύρο σύκο, το τρώει ο βασιλιάς και πέφτει το κέρατο.
« Τώρα δώσε και στην βασιλοπούλα»
« Δεν έχω άλλο» του λέει « θα βρω και θα της το δώσω εάν με δώσει το σκουφάκι το σακουλάκι και την φλογέρα, αλλά θα την παντρευτώ πρώτα με το κέρατο και ύστερα θα το ρίξω» Έτσι και έγινε παντρεύτηκαν και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!

Κυριακή 3 Μαρτίου 2019

ΤΙ ΕΠΙΘΥΜΕΙ ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΜΙΑ ΓΥΝΑΙΚΑ



Ο βασιλιάς Αρθούρος ήταν παρά πολύ στεναχωρημένος.Πριν λίγο καιρο είχε νικηθεί από έναν γίγαντα σε μονομαχία ο οποίος του είχε χαρίσει την ζωή με μια προηποθεση: σε ένα μήνα πρέπει να  τον απάντηση στην ερώτηση.
« Τι επιθυμεί πιο πολύ από όλα μια γυναίκα;»
    Σε αντίθετη περίπτωση ο Αρθούρος θα έχανε το βασίλειο του και θα γινόταν σκλάβος του γίγαντα.
 
 Στις μέρες που ακολούθησαν μετά την μονομαχία ο βασιλιάς είχε καλέσει χιλιάδες γυναίκες που στην ερώτηση του,έλεγαν πως άλλες επιθυμούσαν πλούτη, ομορφιά,δόξα,λούσα,όμορφο σπίτι, και  άλλες διαφορετικές απαντήσεις. Ο βασιλιάς υποσυνείδητα φοβόταν ότι καμία απάντηση από αυτές   δεν θα του εξασφάλιζε το βασίλειο και την ελευθερία του.
   
Ένα σούρουπο μέσα στο δάσος συνάντησε μια χωριατοπούλα και αποφάσισε να την ρωτήσει και αυτήν. Την καλησπερησε αφηρημένος και έκανε την ερώτηση του. 
«Θα σε απαντήσω του είπε αλλά θα με υποσχεθείς να μου κανείς οποία χάρη σου ζητήσω. Ο βασιλιάς ξαφνιάστηκε με την απάντηση της και την κοίταξε καλύτερα. Ήταν ένα αξιολύπητο πλάσμα πολύ άσχημη με τα φτωχότερα ρούχα του κόσμου. Ο Αρθούρος όμως δεν είχε άλλη επιλογή γιατί την  ίδια νύχτα έληγε η προθεσμία με τον γίγαντα και συμφώνησε να κάνει οποία χάρη ζητήσει.
  
«Αυτό που επιθυμεί μια γυναίκα είναι να την σέβονται σαν άνθρωπο» Ο Αρθούρος την ευχαρίστησε και πήγε στο μέρος που θα συναντούσε τον γίγαντα. Όταν αυτός άκουσε την απάντηση παραδέχτηκε ότι ήταν αλήθεια και του χάρισε βασίλειο και ελευθερία. Χαρούμενος ξαναγύρισε στην κοπέλα και αφού την ευχαρίστησε και πάλι της ζήτησε να τον πει ποια είναι η χάρη που θέλει. 
 « Να με παντρέψεις έναν ιππότη της στρογγυλής τράπεζας» Ο Αρθούρος αυτό δεν το περίμενε και σκέφτηκε ποιος θα δεχόταν να παντρευτεί μια τόσο άσχημη γυναίκα. Παρόλα αυτά ανέβασε στο άλογο του την χωριατοπούλα και μετά από μακρινή πορεία έφτασαν στο παλάτι.
 
   Όταν ρώτησε τους ιππότες ποιος θέλει να την παντρευτεί για να υλοποιήσει τον όρκο του όλοι  χαμήλωσαν το κεφάλι και δεν μίλησε κανείς. Όλοι εκτός από τον ανεψιο του Γκαουεην.
« εγώ θα την παντρευτώ» δήλωσε. Οι γάμοι έγιναν σε βαρύ κλίμα το ίδιο βραδυ. Όταν οι νεόνυμφοι έμειναν μόνοι ο Γκαουεην δεν κοίταξε καθόλου την γυναίκα του.
« δεν αντέχει ο σύζυγος μου να με κοιτάξει;» ρώτησε εκείνη. Ο Γκαουεην γύρισε προς το μέρος της  και έμεινε άφωνος. Δίπλα του καθόταν η ωραιότερη γυναίκα που υπήρχε στον κόσμο.

« Μην παραξενευεσαι» του είπε. Υπήρχε μια κατάρα για μένα να είμαι η πιο άσχημη στο κόσμο μέχρι να βρεθεί ένας άντρας που να δεχτεί να με παντρευτεί. Εσυ το έκανες και σε ευχαριστώ. Αλλά υπάρχει μια προϋπόθεση και πρέπει να διαλέξεις. Θα είμαι όμορφη την νύχτα και άσχημη την νύχτα; Η’ θα είμαι όμορφη την νύχτα και άσχημη την μέρα; η απόφαση είναι δίκη σου» Ο Γκαουεην σκέφτηκε λίγο και είπε.
« Έχει δίκιο ο βασιλιάς κάθε γυναίκα και κάθε ανρωπινο πλάσμα θέλει σεβασμό σαν προσωπικότητα 
 
« Διαλέγω να είσαι όμορφη την ημέρα γιατί πρέπει να σεβαστώ την προσωπικότητα σου»
«Αγαπητέ μου σύζυγε τώρα λύθηκε το δεύτερο μέρος της κατάρας που σου την έκρυψα για να μην σε επηρεάσω στην απόφαση σου και που έλεγε ότι αν βρεθεί κάποιος που θα σε σεβαστεί σαν άνθρωπο τότε θα είμαι όμορφη μέχρι να γεράσω όπως όλοι οι άνθρωποι» έτσι έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα. 

Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι Μια φορά και έναν καιρο, σε έναν τόπο μακρινό, σε ένα μεγάλο, κα όμορφο βασίλειο ήταν ένας πρίγκιπας, που...