Τετάρτη 30 Ιανουαρίου 2019

                Η ΜΑΜΑ ΚΑΤΣΙΚΑ ΤΑ 5 ΚΑΤΣΙΚΑΚΙΑ ΚΑΙ Ο 

                                            ΛΥΚΟΣ                      

Παραμύθι από την Αλβανία

Μια φορά και έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό ζούσε μια κατσίκα με τα πέντε κατσικάκια της.Τα κατσικάκια ήταν μικρά και η μαμά τους έπρεπε να δουλεύει για να τα μεγαλώσει.Η έγνοια της ήταν πως θα τα προφυλάξει από τον κακό λύκο οταν έμεναν  μόνα τους.Η μαμά κατσίκα τα έλεγε να προσέχουν πολύ και να φυλάγονται από τον λύκο γιατί είναι κακός.
 Έπρεπε η μαμά κατσίκα στα δασκαλευει καλά πως να φυλάγονται.Ο λύκος χρησιμοποιούσε αμέτρητα κόλπα για να πιάσει τα κατσικακια και να τα φάει.
 
Μια και δυό μια μέρα πάει στο σπίτι της κατσίκας.Τα κατσικάκια ήταν μόνα τους αλλά προετοιμασμένα και δασκαλεμένα από την μαμά τους.Ο λύκος χτύπησε την πόρτα.
«Ποιος είναι;» είπαν τα κατσικάκια.
«Η μαμά σας είμαι ανοίξτε» είπε ο λύκος.Τα κατσικάκια δεν τον πίστεψαν γιατί κατάλαβαν ότι η φωνή αυτή δεν ήταν της μαμάς τους.
«Μπες από το τζάκι γιατί χάσαμε τα κλειδιά» είπαν.Ο λύκος χαρά γεμάτος ανεβαίνει στην σκεπή και ετοιμάζεται να μπει από το τζάκι.Τα κατσικάκια όμως είχαν φωτιά αναμμένη και μια μεγάλη  χύτρα  ήταν γεμάτη βραστό νερό.Δινει μια και πηδάει και μπλουμ μέσα στην χύτρα με το βραστό νερό.Ετσι ζεματιστηκε και δεν πείραξε ποτέ ξανά τα κατσικακια.Και ζήσανε καλά αυτά και εμείς καλύτερα.


Τρίτη 29 Ιανουαρίου 2019

Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Παραμυθι από την Ελλάδα

Μια φορά και έναν καιρο η αλεπού και ο λύκος αποφάσισαν να σπείρουν μαζί ένα χωράφι.Οταν ήρθε ο καιρός του θερισμού πήγαν στο χωράφι για να θερίσουν.Η ζέστη ήταν πολύ και η πονηρή αλεπού έκανε τα πάντα για να αποφύγει την δουλειά.
 
Βλέπει λοιπόν έναν βράχο ψηλά στο βουνό και λέει.
«Σύντροφε λύκε βλέπεις τον βράχο εκείνον;»
«Τον βλέπω» λέει ο λύκος.
«Αν τον αφήσουμε έτσι μπορεί να πέσει και να μας πλακώσει.Εσυ θέρισε και γω θα πάω να τον κρατήσω για να μην πέσει» λέει η αλεπού.
 
Ο λύκος πίστεψε την αλεπού και αρχίζει μόνος του να θερίζει το χωράφι.Η αλεπού κοιμόταν του καλού καιρού κάτω από τον βράχο.
 

Οι μέρες πέρασαν και έπρεπε να αλωνίσουν.Χωρισαν μετά το το σιτάρι από το άχυρο και όταν τελείωσαν η αλεπού λει τον λύκο.
«Κυρ λύκε τι θες να πάρεις το πολύ άχυρο,  εγώ το  λίγο σιτάρι η εγώ το πολύ άχυρο;»
Ο λύκος όμως ακούσε μόνο το «πολύ» και το «λίγο» και λέει.
«Εγώ το πολύ και εσυ το λίγο»
«Όπως θες κυρ λύκε εσυ διάλεξες καλοφάγωτο και του χρόνου να σπειρουμε μαζί ξανά» Ο λύκος του φυσούσε και δεν κρύωνε......


Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2019



 ΤΟ ΠΑΛΑΤΙ ΤΗΣ ΜΥΓΑΣ

Παραμυθι από την Ρωσία

Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό από το καρό ενος αγγειοπλάστη κατρακύλησε ένα τσουκάλι το οποίο στάθηκε στον κορμό ενός δέντρου.Το βλέπει μια μύγα πάει κοντά και λέει.
«Μα αυτό είναι σαν παλάτι!»Και κάνει την φωλιά της μέσα στο τσουκάλι.
 Μετά από λίγες μέρες πέρασε από εκεί ένα κουνούπι πήγε κοντά και ρώτησε την μύγα αν μπορούσε να μείνει εκεί.
«Με μεγάλη μου ευχαρίστη»είπε η μύγα.  
 
Πέρασαν λίγες μέρες και ένας ποντικός βρέθηκε εκεί είδε την μύγα και την ρώτησε αν μπορούσε να μείνει και αυτός σε αυτό το ωραίο παλάτι.Η μύγα τον καλοδέχτηκε και αυτόν.
Οι μέρες περνούσαν και ένας βάτραχος είδε το παλάτι της μύγας χτύπησε την πόρτα και ζήτησε να μείνει και αυτός εκεί.
  Μετά ήρθε ο λαγός η αλεπού ο λύκος και όλοι ζητούσαν να μείνουν στο παλάτι της μύγας.Η μύγα τους δέχονταν όλους γιατί το παλάτι της έλεγε ήταν μεγάλο και χωρούσαν όλοι.Περασε καιρός και πέρναγαν πολύ καλά όλοι μαζί.


Ακούει μια αρκούδα ότι υπάρχει ένα ωραίο παλάτι στο δάσος και πάει να το βρει.Βλεπει την μύγα να στέκεται στην πόρτα πάει κοντά και την λέει.
«Δε μου λες βρομομυγα είναι δικό σου αυτό το παλάτι;»
«Δικό μου κυρία αρκούδα» είπε η μύγα εδώ μένουν εκτός από μένα το κουνούπι ο βάτραχος ο ποντικός ο λαγός η αλεπού και ο λυκος αν θες κάτσε και εσυ»

« Να πας να τσακιστείς από εδώ με τα βρομόζωα σου.Το παλάτι θα γίνει δικό μου αλλιώς με μια κλωτσιά θα το γκρεμίσω»
Η μύγα προσπάθησε να κάνει την αρκούδα να αλλάξει γνώμη αλλά αυτή αγρίεψε πιο πολύ και άρχισε να τραντάζει το παλάτι.Η μύγα τότε φώναξε όλους τους συγκάτοικους και όρμησαν πάνω της.Το κουνούπι και η μύγα τσιμπούσαν ο βάτραχος την πετούσε νερό ο λαγός πετούσε πέτρες η αλεπού και ο λύκος την δάγκωναν.Η αρκούδα τρομαγμένη άρχισε να τρέχει μακριά και ούτε φάνηκε ξανά ποτέ.Και έτσι όλοι οι συγκάτοικοι έζησα μαζί καλά και εμείς καλύτερα.


Παρασκευή 25 Ιανουαρίου 2019

ΤΟ ΒΑΤΡΑΧΑΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΕΛΑΦΙ

Παραμύθι από το Κογκο
Μια φορά και έναν καιρό σε έναν τόπο μακρινό ζούσαν στο δάσος ο Λούσα το μικρό ελάφι και ο φίλος του το βατραχάκι.Καποια μέρα το βατραχάκι θέλησε να κάνει το τραπέζι στον Λούσα.
Ο Λουσα ετοιμάστηκε ντύθηκε στολίστηκε και ξεκίνησε για το σπίτι του φίλου του.
 Κ
 Στο μεταξύ το βατραχάκι επειδή αγαπούσε πολύ τον Λούσα ήθελε να τον ευχαριστήσει και είχε αγοράσει μια ασπρη κοτούλα για να την μαγειρέψει.Το βατραχάκι φορούσε στο χέρι του ένα όμορφο βραχιολάκι.Οτανο Λούσα έφτασε το βατραχάκι άρχισε να μαγειρεύει και έβγαλε το βραχιολάκι για να μην το λερώσει το έβγαλε και το ακούμπησε στον κομμένο κορμό ενός δέντρου.Το βραχιολάκι ήταν πολύ ωραίο και ο Λούσα το κοίταζε με ζήλια.Δεν άντεξε όμως και στο τέλος άρχισε να σκέφτεται πως να το πάρει για δικό του.Οταν το βατραχάκι πήγε να φέρει νερό ο Λούσα άρπαξε το βραχιολάκι και το έκρυψε στο εσώρουχο του.Εφαγαν ήπιαν τραγούδησαν γενικά πέρασαν πολύ καλά.
 Ο Λούσα σηκώθηκε και έφυγε και το βατραχάκι μάζεψε το τραπέζι έπλυνε τα πιάτα και όταν τελείωσε θυμήθηκε το βραχιολάκι πήγε να το πάρει αλλά το βραχιολάκι του δεν ήταν εκεί.Το βατραχάκι προσπάθησε να σκεφτεί τι μπορεί να έγινε το βραχιολάκι του.Θυμηθηκε το βλέμμα του Λούσα που δεν ξεκολλούσαι από το βραχιολάκι του και τότε κατάλαβε τι είχε κάνει ο φίλος του.Ηταν όμως αδύναμος δεν είχε πόδια γρήγορα με οπλές δεν είχε ούτε κέρατα πως να πιάσει και πως να πολεμήσει τον Λούσα.Στεναχωρημενο το βατραχάκι φώναξε όλα τα βατραχάκια της περιοχής και τους είπε τον καημό του.Τα βατραχάκια πιάστηκαν σφιχτά και έτριβαν το μέτωπο τους σκεφτόταν πολύ ώρα και έβγαλαν μια απόφαση.
 
Κάθε βατραχάκι θα κρατάει ένα άσπρο φτερό όπου και να πήγαινε για να θυμίζει την ασπρη κοτούλα που μαγείρεψε το βατραχάκι για τον Λούσα.Και οποίο θα τον συναντούσε θα τον ρωτούσε που είναι το βραχιολάκι του φίλου τους.Τα βατραχάκια πήγαιναν παντού και ο Λούσα τα συναντούσε με το άσπρο φτερό στο χέρι τους και τον ρωτούσαν.
«Που είναι το βραχιόλι του φίλου μας;»
Πέρασαν λίγες μέρες και ο Λούσα δεν άντεξε άλλο πήγε μετανιωμένος με το κεφάλι κάτεβασμενο στο βατραχάκι και του έδωσε το βραχιολάκι του.Το βατραχάκι έκανε χαρές μεγάλες.










Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2019

Η ΓΙΑΓΙΑ Η ΕΓΓΟΝΗ ΚΑΙ Η ΚΟΤΑ

Παραμυθι από την Ρωσία 
Μια φορά και έναν καιρο σε έναν τόπο μακρινό ζούσε μια γιαγιά με την εγγονή της και μια κοτουλα.Την γιαγιά την λέγαν Ντάσια την εγγονή Μασια και την κοτούλα παρδαλιτσα.Ηταν και οι τρεις αχώριστης μαζί τρωγαν μαζί κοιμούνταν μαζί περνούσαν τους χειμώνες.
Μια μέρα ξεκίνησαν να πάνε στην βρύση για νερό.Μπροστα η γιαγιά με τις κατσαρόλες της πίσω η Μασια με τα κατσαρολάκια της και πιο πίσω η παρδαλιτσα με μικρά δοχεία σαν αυγούλακια.Καθως πήγαιναν στην σειρά και οι τρεις βρονταγαν τα κατσαρόλια και τα κατσαρολακια και ακούγονταν σαν να περνούσε παρέα μουσικών από το δάσος.
 Μια μηλιά στο δρόμο της άκουσε που έκαναν τόση φασαρία και έσκυψε να δει τι γίνεται.Εσκυψε απότομα και όπως κουνήθηκε έπεσε ένα μήλο και άρχισε να κατρακυλάει και έτσι όπως κατρακυλούσε χτύπησε την παρδαλιτσα στο ποδαράκι της.Η κοτούλα κακαρισε και σωριάστηκε καταγής τρομαγμένη.Το μήλο κατρακυλώντας χτύπησε την Μασια και μετά την Ντασια.Αυτες σωριάστηκαν καταγής τρομαγμένες.Ηταν τόσο δυνατές οι φωνές τους που ακούστηκαν πολύ μακριά στην καρδιά του δάσους.Ενας ξυλοκόπος άκουσε τις φωνές και έτρεξε να δει τι γίνεται.
 

«Γιατί φωνάζετε τι πάθατε;» ρώτησε ο ξυλοκόπος.
«Ρωτάς τι έπαθα; ένα γεράκι όρμησε για να με φάει» είπε η κοτούλα.
«Τι κακό με βρήκε ένας λύκος όρμησε να με φάει» είπε η Μασια.
« εσυ  γιαγιά τι έπαθες;»είπε ο ξυλοκόπος γιατί τρέμεις; 
«Καλέ  μου άνθρωπε έπεσε πάνω μου μια αρκούδα πεινασμένη» Και  όλα αυτά για ένα μήλο που βρέθηκε στα πόδια τους.Γιατι βλέπεις ο φόβος γεννάει τέρατα


Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2019


Η ΔΙΨΑΣΜΕΝΗ ΚΟΥΡΟΥΝΑ
Παραμυθι από το Μπανγκλαντές

Μια φορά κι έναν καιρο στο δάσος ζούσε μια κουρουνα που ήταν πολύ διψασμένη.Οσο κι αν έψαχνε να βρεί νερό δεν έβρισκε με τίποτα.Τελικα ανέβηκε στην κορυφή ενός δέντρου και κοίταζε γύρω γύρω μήπως και δει κάπου λίγο νερό.

 
Κάπου μακριά είδε έναν κήπο 
«Εκεί μπορεί να βρω νερό» σκέφτηκε και πήγε προς τον κήπο.Μολις έφτασε βλέπει ένα πιθάρι.
«Α! εδώ θα βρω νερό»είπε και κάθησε στο στόμιο του πιθαριου.Πράγματικα το πιθάρι είχε νερό.Το νερό όμως ήταν λίγο έφτανε μόνο έως τη μέση του πιθαριου.Η κουρουνα έσκυβε και ξανά έσκυβε αλλά δεν μπορούσε να φτάσει το νερό.
 Μια πάπια που ήταν στο κήπο και είδε την προσπάθεια της κουρουνας είπε.
«Άδικα προσπαθείς δεν θα τα καταφέρεις το νερό είναι πολύ λίγο»
 
 Η κουρουνα την κοίταξε αλλά δεν έδωσε σημασία.Λιγο αργότερα την πλησιάζει μια χήνα.
«Κουρουνα προσπαθείς τόση ώρα και δεν ήπιες καθόλου νερό παρατατα»
Η κουρουνα την κοίταξε αλλά δεν απάντησε.
Σταμάτησε την προσπάθεια της και άρχισε να σκέφτεται τι να κάνει.Τοτε πέρασε από το μυαλό της μια ιδέα.Αρχισε με το ραμφος της να μαζεύει πετραδάκια και να τα ρίχνει μέσα στο πιθάρι.Το νερό άρχισε να ανεβαίνει σιγά σιγά.Οσα περισσότερα πετραδάκια είχανε τόσο το νερό ανέβαινε προς τα πάνω μέχρι που έφτασε στο στόμιο του πιθαριου.Η κουρουνα τότε έσκυψε και με το Ράμφος της ήπιε τόσο πολύ νερό μέχρι που ξεδίψασε.






Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2018

ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΑΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ ....ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ 

 https://laikiparadosi.blogspot.com/
Στην άκρη ενός μικρού χωριού, σε ένα μικρό σπιτάκι ζούσε κάποτε μια μάνα, η κυρά-Λένη, με την κόρη της την Φιλιώ.
Ήταν παραμονή Χριστουγέννων και το χιόνι είχε σκεπάσει τα βουνά, τους κάμπους και τους δρόμους και ήταν δύσκολο να τους διαβείς. Ο αέρας από τα γύρω σπίτια μύριζε μελομακάρονα, δίπλες και χριστόψωμα.
Η κυρά-Λένη με την κόρη της δεν είχαν ζυμώσει τίποτα για τα Χριστούγεννα, γιατί όλη μέρα δούλευαν σε ένα αρχοντόσπιτο.
– Φιλιώ μου, θα πάω μέχρι το μύλο να αλέσω λίγο σιτάρι. Πρέπει να φτιάξουμε κι εμείς μερικά γλυκά.
…είπε η μάνα!
– Όχι μάνα, είσαι κουρασμένη. Θα πάω εγώ στο μύλο.
– Όχι, δε σε αφήνω. Αυτές τις μέρες βγαίνουν οι καλικάντζαροι και συνηθίζουν να τρυπώνουν στους μύλους. Μάλιστα λένε ότι παραμονεύουν τις νέες κοπέλες, για να τις κοροϊδέψουν και να τους κάνουν κακό.
– Δε φοβάμαι μάνα, κι ούτε πιστεύω αυτά που λέγονται για τα καλικαντζαράκια. Θα πάω γρήγορα και θα γυρίσω αμέσως. Έλα δώσε μου το σακί με το σιτάρι και φέρε και το γαϊδουράκι να το φορτώσω.
– Καλά κόρη μου, αφού επιμένεις πήγαινε, αλλά να προσέχεις τα καλικαντζαράκια. Αν εσύ φερθείς έξυπνα, δε θα σε πειράξουν, γιατί στο βάθος είναι λίγο κουτά. Πάω να φέρω το γαϊδουράκι από το στάβλο.
Η Φιλιώ φόρτωσε στο γαϊδουράκι το σακί με το σιτάρι και ξεκίνησε για το μύλο. Από μακριά έβλεπε αμυδρά το φως του μύλου, που φωτιζόταν από ένα λυχνάρι.
Όταν έφτασε στο μύλο, άκουσε φωνές και γέλια. Σκέφτηκε ότι θα είναι μέσα κι άλλοι χωριανοί, που θέλουν να αλέσουν το σιτάρι τους. Σπρώχνει λοιπόν, την πόρτα και με έκπληξη και τρόμο βλέπει μπροστά της γύρω στα πέντε καλικαντζαράκια. Ήταν κάτι κακάσχημα και μαυριδερά ανθρωπάκια, με κατακόκκινα αστραφτερά μάτια, με κρεμασμένες τις γλώσσες τους έξω, με μακριές ουρές και με μεγάλα αυτιά, που συνεχώς κουνιόντουσαν.
Η Φιλιώ τραβήχτηκε προς τα πίσω για να φύγει, μα δεν πρόλαβε. Τα καλικαντζαράκια με γρήγορα πηδήματα την άρπαξαν και την τράβηξαν μέσα και άρχισαν να της λένε:
– Γιατί φεύγεις ομορφούλα; Εμείς περιμέναμε τόση ώρα να φανεί καμιά όμορφη κοπέλα. Τι ήρθες να κάνεις εδώ;
– Ήρθα να αλέσω το σιτάρι μου.
– Άσε το σιτάρι σου και έλα να χορέψουμε.
– Θέλω να χορέψω μαζί σας, αλλά ας βάλω πρώτα το σιτάρι στο μύλο να αλέθεται, για να μην αργήσω.
Και αμέσως έριξε το σιτάρι στο καρίκι του μύλου και άρχισε το άλεσμα.
– Έλα κοπέλα, έλα να χορέψουμε! Και θα σου δώσουμε μεταξωτά φορέματα, χρυσά στολίδια, βελούδινα γοβάκια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Καλά λοιπόν, θα χορέψουμε! Τρέξτε όμως πρώτα να μου φέρετε όλα αυτά που μου είπατε και σας υπόσχομαι πως θα χορέψουμε μαζί ώρες ατέλειωτες.
– Ελάτε λοιπόν, ας τρέξουμε γρήγορα στην Προύσα και στη Βενετία, να της τα φέρουμε! Ομορφούλα κοπελιά, περίμενε μας! Δε θα αργήσουμε. Σε λίγη ώρα θα έχουμε γυρίσει.
– Ναι, θα περιμένω με αγωνία να έρθετε!
Φεύγοντας τα καλικαντζαράκια έλεγαν μεταξύ τους:
– Πω πω, τι κουτή που είναι! Θα φάει το ξύλο της χρονιάς της όταν γυρίσουμε!
Κι η Φιλιώ αναρωτιόταν όσο έμεινε μόνη:
– Θεέ μου! Τι θα κάνω τώρα; Πρέπει να αλέσω γρήγορα το σιτάρι και να φύγω, πριν με προλάβουν εδώ. Γρήγορα καλέ μου μύλε, άλεθε, για να να φύγω, πριν γυρίσουν τα καλικαντζαράκια.
Το σιτάρι αλέστηκε, η Φιλιώ το πήρε και το άδειασε στο σακί της και βιαστικά φόρτωσε το σακί στο γαϊδουράκι και πήρε το δρόμο της επιστροφής για το χωριό.
Όταν έφτασε, έπεσε τρομαγμένη στην αγκαλιά της μάνας της.
– Αχ μάνα, πόσο φοβήθηκα με τα καλικαντζαράκια!
– Τι έπαθες κόρη μου;
– Να, συνάντησα τα καλικαντζαράκια στο μύλο και μου είπαν να μου δώσουν χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα, για να χορέψω μαζί τους. Εγώ όμως δε τα πίστεψα. Τους είπα δήθεν να πάνε πρώτα να μου τα φέρουν, για να μπορέσω να τους ξεφύγω.
– Καλά έκανες κόρη μου. Έλα κόπιασε στη φωτιά να ξεκουραστείς κι εγώ θα φτιάξω τα γλυκά.
Δεν πρόλαβαν να τελειώσουν την κουβέντα, όταν χτύπησε η πόρτα και στο κατώφλι φάνηκε η Μαλάμω, η φαντασμένη κόρη του άρχοντα και είπε στη Φιλιώ:
– Φιλιώ πήγαινε γρήγορα στο μύλο, να αλέσεις λίγο σιτάρι, γιατί μας τέλειωσε το αλεύρι και θέλουμε να φτιάξουμε μερικά γλυκά ακόμη.
– Δε μπορώ να πάω. Μόλις τώρα γύρισα από το μύλο κι έχω πάρει μια τρομάρα από τα καλικαντζαράκια, που δε λέγεται!
– Μπα; Είδες τα καλικαντζαράκια;
…είπε κοροϊδευτικά η Μαλάμω και της απάντησε η κυρά-Λένη:
– Ναι, τα είδε και της έταξαν χρυσά φλουριά, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
– Και δεν τα πήρε η κουτή η κόρη σου;
– Όχι δεν τα πήρε.
– Καλά, καλά. Τότε θα πάω εγώ.
– Εσύ; Καλά δε φοβάσαι τη χιονοθύελλα που άρχισε;
…ρώτησε με απορία η κυρά-Λένη.
– Όχι βέβαια, είμαι γενναία εγώ, δε φοβάμαι!
…είπε και έκλεισε βιαστικά την πόρτα, τρέχοντας μέσα στη χιονοθύελλα προς το μύλο. Ο νους της ήταν στα χρυσά στολίδια, στα μεταξωτά φορέματα, στα βελούδινα παπούτσια και στα δυο μπαούλα με τα προικιά από την Προύσα και τη Βενετία.
Λαχανιασμένη έφτασε στο μύλο, έσπρωξε την πόρτα, μπήκε μέσα και βρέθηκε μπροστά στα καλικαντζαράκια.
– Καλώς την κοπέλα! Έλα να χορέψουμε!
…της είπαν τα καλικαντζαράκια κι εκείνη τους απάντησε:
– Για να χορέψω μαζί σας, θέλω πρώτα χρυσά στολίδια, μεταξωτά φορέματα, βελούδινα παπούτσια και δυο μπαούλα προικιά από τη Βενετία και την Προύσα.
– Βέβαια, βέβαια θα σου τα δώσουμε. Πάμε να σου τα φέρουμε αμέσως.
…είπαν τα καλικαντζαράκια και βγήκαν έξω. Όταν γύρισαν μετά από λίγο, κρατούσαν στα χέρια τους μεγάλα ρόπαλα και άρχισαν να την χτυπούν.
– Θέλεις στολίδια και μεταξωτά φορέματα, ε; Θέλεις χρυσά φλουριά; Πάρτα λοιπόν, ανόητη Μαλάμω!

Η Μαλάμω φώναζε για βοήθεια, αλλά ποιος να την ακούσει μέσα στη νύχτα;
Τσακισμένη από το ξύλο και την κούραση γύρισε στο σπίτι της. Με ντροπή είπε την περιπέτεια της στη μάνα της. Από τότε όμως σταμάτησε να είναι φαντασμένη και εγωίστρια. ΠΗΓΗ

Η πριγκίπισσα και το μπιζέλι Μια φορά και έναν καιρο, σε έναν τόπο μακρινό, σε ένα μεγάλο, κα όμορφο βασίλειο ήταν ένας πρίγκιπας, που...